Εν πανίον - ένα “επινοημένο” έμβλημα.

Έν πανίον, ένα αυτοσχέδιο, «επινοημένο» έμβλημα, αποτελεί το ομότιτλο έργο της Μαρίας Βαρελά. Χρησιμοποιώντας τη δυναμική των δημιουργικών τεχνολογιών, η media artist προβαίνει στη δημιουργία μιας σημαίας, την οποία μετατρέπει σε οπτική ταυτότητα της έκθεσης και των θεμάτων που πραγματεύεται, (επανα)συστήνοντας παράλληλα μέσα από το έργο της τις πολιτικές και άλλες χρήσεις των συμβόλων και αφήνοντας ένα σχόλιο για τη συμμετοχή τους στην κρυστάλλωση της εθνικής συνείδησης και στην κατασκευή των «εθνικών» ταυτοτήτων.

Πλαίσιο

Η [πολεμική] σημαία, σε όποια μορφή, σε όποιο σχήμα και μέγεθος, σε όλους τους στρατούς, σε όλες τις εποχές, έχει ιδιαίτερη θέση και βαρύνουσα σημασία. Αποτελεί σύμβολο ταυτότητας, ενότητας, εξέγερσης, ηθικής ανάτασης και ελευθερίας, συνυφασμένο με τους εθνικούς αγώνες. Στην επίθεση προηγείται πάντοτε. Το σώμα τη διατηρεί αναπεπταμένη και ουδέποτε την αποχωρίζεται, ενώ όλοι ορκίζονται «άχρι τελευταίας πνοής και ρανίδος αίματος να μάχωνται υπό αυτήν».

Κοινό επαναστατικό έμβλημα «των κατά γην δυνάμεων», όπως και η «κατά θάλασσαν» σημαία των Ελλήνων, ορίζονται για πρώτη φορά από την «Προσωρινή Διοίκηση της Ελλάδος» κατά τη σύγκληση της Α ́ Εθνοσυνέλευσης των Ελλήνων στην Επίδαυρο, την 1η Ιανουαρίου του 1822. Έως τότε, -και λόγω απουσίας μίας, ενιαίας διοίκησης- επικρατούσαν πολλοί και διαφορετικοί τύποι σημαίας, στην καθεμιά από τις οποίες συναντά κανείς πλήθος συμβόλων, παραστάσεων, επιγραφών, και χρωματισμών. 
Εκτός από τις πολεμικές σημαίες των Κλεφτών και των Αρματολών, τα φλάμπουρα των πανηγυριών, τις παντιέρες στα πλοιάρια των ναυτικών, τα μπαϊράκια των οπλαρχηγών ή τις πρώτες επαναστατικές αυτοσχέδιες σημαίες των σωμάτων της ξηράς και των ναυτικών νήσων, ως σημαίες επιστρατεύονταν ακόμη και τα λάβαρα των εκκλησιών, δηλώνοντας κατά μία έννοια τη σύμπλευση της θρησκευτικής με την εθνική ταυτότητα.
Ακόμη όμως και τα τσεμπέρια των γυναικών ή ένα απλό πανί –εν πανίον- μπορεί να ενείχε προσωρινά τη θέση σημαίας. Από το να μην υψωθούν διόλου σημαίες, είναι προτιμότερο να κυματίζει «[...] πανί σκέτο πλάτους μιάμισι σπιθαμή και μάκρος όσον ανήκει […]», γράφει ο Κολοκοτρώνης σε επιστολή του προς τους αδελφούς του στα Βέρβενα, παραμονές της μάχης στο Βαλτέτσι.

Εν πανίον - ένα “επινοημένο” έμβλημα.
Εν πανίον - ένα “επινοημένο” έμβλημα.
Εικαστική προσέγγιση

Υποστηρίζοντας τη διττή σημασία της λέξης πανίον1στον τίτλο της έκθεσης, η Μαρία Βαρελά «επινοεί» μια άλλη σημαία, την κατασκευή της οποίας παρουσιάζει στο ομότιτλο video essay. Για τη δημιουργία της αρχικά ανασύρει σύμβολα και παραστάσεις που κυριαρχούν σε 45 διαφορετικούς τύπους σημαίας από τη συλλογή «Σημαίες ελευθερίας» του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, δημιουργώντας έτσι μία πλούσια σε εικονοστοιχεία βάση δεδομένων. Το κάθε σύμβολο  μεταγράφεται σε δυαδικό μοτίβο στην επιφάνεια ενός κανάβου, ενώ με τη χρήση ενός αλγορίθμου εντοπίζονται πάνω στο πλέγμα οι κοινές περιοχές μεταξύ των καταχωρήσεων. Με τον τρόπο αυτό, κρατούνται μόνο οι εικονοψηφίδες που εξουσιοδοτούνται από τον αλγόριθμο να συμμετέχουν στην «κατασκευή» ενός νέου σχηματισμού, οι οποίες δηλώνονται με μαύρα σημεία. Τα κοινά αυτά σημεία στοιχειοθετούν με τη σειρά τους ένα νέο, ψηφιακό μοτίβο, που όμως χρωστά τον σχηματισμό του σε προϋπάρχουσες, καθιερωμένες  δομές και μοτίβα με τα οποία έχει τροφοδοτηθεί ο αλγόριθμος, αφού συγκροτείται ποσοτικά και επίσης επηρεάζεται φορμαλιστικά από όλα τα προηγούμενα. 
Παρόμοια λοιπόν προς την πράξη που επιτελεί ο πολυτεχνίτης μάστορας bricoleur, -όπως προσεγγίζεται από τον Claude Lévi-Strauss (The Savage Mind, 1962)-, η εικαστικός δεν καταγράφει απλώς ούτε αντιγράφει, αλλά ανατρέχει σε διαθέσιμα υλικά και σε «ό,τι είναι κοντά», τα αξιοποιεί δημιουργικά και «χτίζει» εξ αρχής (στο παρόν) ένα σχέδιο μέσα από τα συγκοινωνούντα σημεία πάνω στον κάναβο. Την ίδια στιγμή, ο κάναβος παράγει έναν χώρο-πλέγμα, όπως ο οδηγός του εργόχειρου, πάνω στον οποίο κεντά το μοτίβο με χρυσή κλωστή. Έτσι, με μια απλή πρώτη ματιά «διαβάζουμε» στο κέντημα μορφοποιημένους, ωστόσο αναγνωρίσιμους τρεις κωδικούς: τον σταυρό, τον αετό και το φίδι που βρίσκουν τον χώρο τους στο νέο σχήμα. 

Το εγχείρημα όμως δεν τελειώνει, ούτε ολοκληρώνεται εδώ. Με την υπόρρητη επιθυμία μιας συμβολικής αλληλεπίδρασης πρόσθετων στοιχείων που (ανα)τροφοδοτούν το αίσθημα του «ανήκειν», η εικαστικός (επ)ενδύει το μοτίβο με ένα πανί, το οποίο συνθέτει από κατάλοιπα ενδυμάτων με επίσης συμβολική και ιδεολογική διάσταση: τις ενδυμασίες του τύπου «φουστανέλας» και  «Αμαλίας», οι οποίες, με τη δημιουργία του νέου ελληνικού κράτους, κρίθηκαν «επισήμως» «επάξιες» της προσπάθειας κρυστάλλωσης της εθνικής συνείδησης μέσω ενός κοινού «παρουσιαστικού» των Ελλήνων.

Η τελική σύνθεση παραπέμπει σε ένα [mnemonic] assemblage, μια συναρμογή από Objets Trouvés, που όμως δεν περιέχει παρά σπαράγματα νεότερων αντιγράφων των εν λόγω ενδυματολογικών σχημάτων, που πιθανολογείται ότι κατασκευάστηκαν στο Εργαστήριο του Λυκείου των Ελληνίδων. Αποτελούν όλα «μνημονικά ίχνη» που μπήκαν στο αρχείο εν ονόματι της συλλογής, χωρίς όμως αν-ιχνευτές, καθώς λίγο ενδιαφέρουν εξαιτίας των φθορών και της ελλειπτικότητας των σχημάτων τους, επαληθεύοντας έτσι την ερμηνεία που δίδεται στη φράση «μπαίνει στο αρχείο» στο λεξικό του Τριανταφυλλίδη για κάτι που «παύει να είναι αντικείμενο έρευνας, απασχόλησης, ή ενδιαφέροντος, που σιγά σιγά ξεχνιέται».

Συρράπτοντας το περίσσευμα αυτών των ενδυμάτων, η Βαρελά δημιουργεί –στην καλλιτεχνική του εκδοχή- ένα νέο όλον  (με την έννοια ενός συνόλου αποσπασμάτων και μιας συλλογής παραθεμάτων) από υλικά «κατασκευής» της συλλογικής μας ταυτότητας. Φθαρμένα τμήματα φουστανέλας στα οποία βρίσκονται εμφωλευμένα ψήγματα των φουστανιών της «Αμαλίας» συνθέτουν όλα μαζί εν πανίον το οποίο συνάμα λειτουργεί ως υπόστρωμα για να «ενισχύσει» το αρχικό μοτίβο. Συνδυάζοντας συνεπώς το μοντέλο του «αρχειακού καλλιτέχνη» (archival artist) που περιγράφει ο Foster και παράλληλα, χρησιμοποιώντας στοιχεία από τη σκέψη του Nicolas Bourriaud για την τέχνη της μεταπαραγωγής (Postproduction. Culture as Screenplay: How Art Reprograms the World, 2002), επιχειρεί ένα remix από υφιστάμενα υλικά προκειμένου να δημιουργήσει μια επόμενη παραγωγή, ένα μετα-έργο (post-production) που όμως βρίθει υπαινιγμών. 

Διαμελίζοντας παραπάνω το πανίον της Βαρελά στα  επιμέρους τμήματα στα εξ ων έχει συντεθεί, επιχειρήθηκε η ανάλυση του έργου και των «τεχνικών» δόμησής του. Στο έργο της τα σύμβολα αλλάζουν «επιφάνεια» και φορτία μηνύματος. Εντάσσονται σε νέα συγκείμενα, συμπλέκονται όχι μόνο μεταξύ τους, αλλά ανακατεύονται και με άλλα στοιχεία της συλλογικής ταυτότητας για να σχηματίσουν μία νέα φόρμα. Διά της επινόησης επομένως -σύμφωνα με τον όρο των Hobsbawm  και  Ranger  (The Invention of Tradition, 1983)-, προγενέστερες αναφορές και σχήματα υπερβαίνουν την αρχική τους υπόσταση, μεταμορφώνονται, μεταλλάσσονται, και μέσα από αυτή την έντεχνη ανακύκληση, «συντηρούνται σε καινούρια βάση» ως υπαινιγμοί ή πλάγιες αναφορές, ευνοώντας την αίσθηση της παρουσίας του παρελθόντος στο παρόν και δίδοντας αφορμή για νέες αναγνώσεις και νοηματοδοτήσεις. 
Ακόμη, η Βαρελά δεν «απορρίπτει». Μεταβάλλει, ταιριάζει, συνθέτει κομμάτια και τα ενώνει σε ολότητα για να αποδώσει συμπαγή νοήματα, χωρίς όμως να παρασύρεται σε μια ιστορική αναδρομή. Οικειοποιείται το αρχειακό υλικό -υπερβαίνοντας ωστόσο αυτό που ονομάζεται «τέχνη της ιδιοποίησης» (appropriation art) και που συνεπάγεται μια ιδεολογία της ιδιοκτησίας, διαχειρίζεται το πολιτιστικό απόθεμα ως εύρημα από το οποίο αναδεικνύονται πληροφορίες του παρελθόντος και εν συνεχεία, το ξαναδίνει  σε  διαμεσολαβημένη  μορφή ως «ανα-κατασκευή», ως «μετα-παραγωγή», μέσω της οποίας αναγιγνώσκεται με νέα δυναμική η Ιστορία.
Εν προκειμένω, η εικαστική (γ)ραφή της Βαρελά αποτελεί προϊόν Αρχειακής Τέχνης (Archival Art), που (συν)υπο(γ)ράφει η ίδια η καλλιτέχνης με έναν αλγόριθμο. Αυτή η επεξεργασμένη εικόνα του παρελθόντος στο παρόν (επανα)συστήνει τους όρους «αναφοράς» µας και εγκαλεί σε ένα διαφορετικό τρόπο ανάγνωσης του λόγου περί ταυτοτήτων και του/ων τρόπου/ων με τον οποίο αυτές παράγονται, αναπαράγονται ή/και μεταβιβάζονται. Συνάμα φέρνει στο προσκήνιο καίριες σκέψεις ΠΕΡΙσυλλογής, αλλά και δημιουργεί προϋποθέσεις περισυλλογής σχετικά με τον ρόλο του αρχειακού υλικού ως μέσο πρωτότυπης καλλιτεχνικής δημιουργίας στη θέση μιας γραμμικής ιστορικής και αφηγηματικής προσέγγισης, ενώ (τοπο)θέτει τη σύγχρονη δημιουργία στην «ανεπίσηµη» πλευρά διατήρησης και επιτέλεσης της µνήµης.

Το πανίον της Βαρελά αναρτήθηκε στους χώρους του Λυκείου των Ελληνίδων, ενέχοντας -σε συμβολικό επίπεδο- θέση μιας «κατασκευασμένης» οπτικής ταυτότητας της έκθεσης.

  • 1. ἕν πανίον: α) ένα «κομμάτι ύφασμα», που ανέκαθεν, κάθε φορά που το τύλιγαν, το συνένωναν και το στερέωναν πάνω στο ανθρώπινο σώμα, από δυσδιάστατο πανί χωρίς βάθος αποκτούσε τρεις διαστάσεις, γινόταν ένδυμα και αναλόγως «σήμα κατατεθέν» για κάθε ομάδα, β) η συναρτώμενη στο πανίον έννοια της επαναστατικής σημαίας ως συμβόλου του αναδυόμενου τότε ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους.
Εικαστικός
Μαρία Βαρελά
Μαρία Βαρελά
Εικαστικός

Η Μαρία Βαρελά εστιάζει στους τρόπους που το αρχειακό γεγονός μεταγράφεται από το ψηφιακό περιβάλλον στο φυσικό κόσμο. Δημιουργεί ψηφιακά και φυσικά αντικείμενα, συστήματα, περιβάλλοντα και εκδηλώσεις διερευνώντας έννοιες όπως η ταυτότητα, η μνήμη, η παράδοση και οι κατασκευές αυτών. 

Η δουλειά της έχει παρουσιαστεί σε μουσεία και εκθέσεις της Ελλάδας και του εξωτερικού στην Αθήνα, στις Βρυξέλλες, στο Σάο Πάολο, στο Βρότσλαβ, στο Βανκούβερ, στο Βερολίνο, στο Σιάτλ, στο Μπέργκεν, στη Κωνσταντινούπολη και αλλού. 

Το 2021 είναι υποψήφια για το βραβείο σύγχρονης τέχνης του μουσείου Taoyuan της Ταιβάν.

Επιμέλεια
Τάνια Βελίσκου
Τάνια Βελίσκου
Μουσειολόγος

Η Τάνια Βελίσκου σπούδασε Ιστορία και Αρχαιολογία στο Α.Π.Θ., λαμβάνοντας υποτροφίες από το Κληροδότημα Τσαγκαδά για την επίδοση στα προγράμματα Λαογραφίας και Κοινωνικής Ανθρωπολογίας. Με υποτροφία του Ιδρύματος «Μαρίας Χειμαριού» πραγματοποίησε μεταπτυχιακές σπουδές εξειδίκευσης στη Μουσειολογία στο Τμήμα Μουσειακών Σπουδών του Πανεπιστημίου του Leicester του Ηνωμένου Βασιλείου. 

Έχει συμμετάσχει σε ερευνητικά προγράμματα του Α.Π.Θ. που αφορούν στην τεκμηρίωση και διαχείριση ενδυματολογικών συλλογών, καθώς και σε επιτόπιες λαογραφικές έρευνες στη Β. Ελλάδα. Εργάζεται ως επιμελήτρια στο Μουσείο Ιστορίας της Ελληνικής Ενδυμασίας του Λυκείου των Ελληνίδων, με κύρια καθήκοντα την εκπόνηση μουσειολογικών μελετών, τον μουσειογραφικό σχεδιασμό και την επιμέλεια των θεματικών εκθέσεων. Είναι μέλος της Ελληνικής Εταιρείας Ενδυμασιολογίας.

Συντελεστές
Kαλλιτεχνική έρευνα - Κείμενα βίντεο - Μοντάζ

Μαρία Βαρελά

Μουσική

Βασίλης Μοσχάς (Polygrains)

Εικονοληψία – Φωτογραφία

Αγγελική Χατζή

Ηχοληψία

Νικόλας Κωνσταντίνου

Αφήγηση

Γιώτα Αργυροπούλου

Μετάφραση

Πέννυ Σακκοπούλου – Βαλταζάνου

Γενική Επιμέλεια ενότητας - Κείμενο εισαγωγής

Τάνια Βελίσκου

Ευχαριστούμε

το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο, το Εργαστήριο παραδοσιακών φορεσιών και τους Άγγελο Θεοδοσίου και Νίκο Σωτηρίου, καθώς και τις Ζωή Κόνα και Ντίνα Λεονάρδου